Category: Fiction


Αύριο μετά από χρόνια αναμονής θα δοκιμάσω τις διακοπές σε κάμπινγκ. Θα είμαι με καλή παρέα, το μόνο που δεν πήρα μαζί μου στις αποσκευές είναι μια μπαταρία, επίσης θα αναγκαστώ να αποχωριστώ το πολυαγαπημένο  μου iriver που η σχέση αυτή θα διακοπεί για τέσσερις μέρες, του πούστη θα αντέξω! Θα φύγω μακριά από την τεχνολογία και την πληροφόρηση, την Μαρία την άσχημη και σε όσους φέρνουν σε εκείνη μαζί με τα κτήρια και τα γκροαν γκροαν από λογής αντικείμενα όπως κομπρεσέρ αμάξια και μηχανάκια. Θα μεταβώ στο ωραίο μέρος μου με οργανωμένο κάμπινγκ, ελπίζοντας πως όντως πιάνει όταν καλείς από πιγάδη και ότι πολλά πράγματα τα κάνεις καλύτερα στα όρθια. Αποχωρίστηκα τα ψηλοτάκουνα μου (ουπς αυτό δεν θα έπρεπε να το πω!), τους φακούς που αφαιρούν χρόνια και δίνουν λάμψη καθώς και το τετράτροχο μου για τα γαϊδούρια! Θα μου λείψει η κρέμα νυχτώς μου και τα φλας των παπαράτσι καθώς θα είμαι Ινκόγκνιτο, για αυτό άλλωστε το ανακοινώνω. Ως γνήσιος Κωλονακιότης το πρωί και νταβαντζίς στη Συγγρού το βράδυ αποχωρίστηκα και την ρωσίδα γκόμενα μου αλλά αυτό παραπάει γιατί αν ήξερε η δισκογραφική μου ότι γράφω τούτα ευθύς θα με πετούσαν έξω. Αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να μακρηγορίσω άλλο καθώς το ξέρω πως σας αρέσει! Ευτυχώς με ειδοποίησαν ότι εκεί κοντά υπάρχει καφετέρια για το γνωστό τρίπτυχο της ζωής του κάθε Ελληναρά Ταβλάκι-Ματάκι-Φραπεδάκι! Α τουτ Αλερ γαλλιστί, Τα λέμε μάγκες Συγγρού-Φιξ!

 

Υ.Γ. Αγαπημένη Τζέλα σου άφησα τα καλύτερα παιδιά γυμνά που μας ζήτησες στο λαμπατέρ, πρέπει να ξέρεις πως είμαι ακριβώς γιατί το νταβαντζιλικι σε άντρες κοστίζει πολλά παραπάνω.

Υ.Γ.2. Πω πω ξέφυγα πάλι!!

 

Καλό καλοκαίρι!!!

Advertisements

Νταπ, νταπ ακούστηκε η πόρτα…¨Ποιος είναι;¨ απάντησε ασθενικά η γριούλα…ο Γιος σου ο μονάκριβος ήταν η σωστή απάντηση. Έκανε ζέστη εκεί, πολύ στον κάτω κόσμο, εκεί έφτασε για να μάθει το μέλλον του, στη βάση του παρελθόντος. Η γριούλα τον καλοδέχτηκε «Δεν με θυμάσαι γιαγιά;» της αποκρίθηκε…όχι παιδί μου και το βλέμμα της το εννοούσε. Ήρθες εδώ για κάποιο σκοπό, ο Μορφέας και ο Ερμής δεν σε ταξίδεψαν μικρό μου; ναι γιαγιά! Ω σταμάτα να με αποκαλείς έτσι του απάντησε, Κατερίνα είναι το όνομα μου και ξαφνικά μεταμορφώθηκε σε πιο νέα και έβαλε το άσπρο φόρεμα της φωτογραφίας που πάντα θαύμαζε εκείνος. Άναψε τσιγάρο και της έδωσε το χέρι του. Γέλασε μεγαλοφώνως η γιαγιά, εδώ που ήρθες δεν γίνονται έτσι τα πράματα αυτά, έχεις να υπομένεις πολλά…Τον πλησίασε από πίσω και του άγγιξε το κεφάλι κρατώντας παράλληλα στο άλλο χέρι ένα κρανίο, θαρρείς και ήταν του ίδιου, θαρρείς πως το ήξερε…Ένιωσε έναν τρομερό πόνο στο κεφάλι λες και του το σούβλιζαν… «Περίμενε γιαγιά…» να καπνίσω λίγο χόρτο… «Μάτια μου» του απάντησε «…εδώ δεν πιάνουν τα μαντζούνια αυτά». Και υπόμενε τον πόνο…

Τον έσπρωξε δυνατά αλλά δεν πρόσεξε το σκαλοπάτι πίσω του, ο Κώστας ήταν νεκρός για πάντα κατά λάθος, το αίμα σιγά σιγά πλημμύρισε τις τουαλέτες, τον φίλησε στο στόμα και έφυγε, ήξερε ότι δεν έφταιγε….

Καθόταν στο κρεβάτι του και σκεφτόταν, δίπλα του ο Ιάκωβος κοιμόταν βαθιά ενώ εκείνος επεξεργαζόταν τις επιλογές του, θα είναι δύσκολα; θα είναι απλά; θα είναι ωραία; και αν είναι δύσκολα θα τα γουστάρει; δεν ήξερε; τον φίλησε στο μάγουλο, μετά στο στόμα, τον αγκάλιασε σφιχτά, όσο πιο σφιχτά μπορούσε και του ψυθίρισε το σ’ αγαπώ στο αφτί, εκείνος ξύπνησε αλαφιασμένος και τον κοίταξε…τι έπαθες πάλι; τον ρώτησε ενώ έτριβε τα μάτια του και ένα πιο δυνατό φως έμπαινε στο πλάνο…ΚΑΤ! φωνάζω αυτή είναι η ζωή μου…

Περπατούσε αμέριμνος στο δρόμο κλωτσώντας τα ξερά φύλλα χαμένος στις σκέψεις του. Έβρεχε και δεν τον ένοιαζε που είχε γίνει μούσκεμα από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Περπατούσε ώρες και εκείνος νόμιζε πως ήταν αιώνες, είχε αφήσει την μουσική σπίτι και απλά πήγαινε όπου τον έβγαζε ο άνεμος…Κάποιος τον είχε τσαντίσει εκείνο το φθινώπορο, φαινόταν και προχωρούσε ακόμα…

Ο Δαμιανός ζούσε στις λίγες πολυκατοικίες που υπήρχαν στην Εκάλη μαζί με τους γονείς του. Ωστόσο ήταν οι πιο φτωχοί από τους άλλους ενοίκους και ο ήρωας μας πάντα τους ζήλευε, δηλαδή όχι εκείνους αλλά τα παιδιά τους. Τα είχαν όλα, μπλουζάκια Paul Frank, τζιν Diesel, βέσπες Piaggio και αυτοκίνητα BMW. Μερικοί μάλιστα ντύνονταν και με στυλάκι EMO ενώ πριν άκουγαν Βανδή στη διαπασών κάθε μέρα! Δυστυχώς εκείνος δεν πήγαινε στα πλούσια ιδιωτικά σχολεία της γειτονιάς του και όσο μπορούσε έκανε οικονομία και δεν έβγαινε για να μην νιώθει άσχημα για τους γονείς του. Του άρεσε ωστόσο να κλείνετε με τις ώρες στο δωμάτιο του και να σχεδιάζει σκίτσα, γραφικά, στάμπες για μπλουζάκια και κομιξ. Έτσι τελειώνοντας την Τρίτη λυκείου του γεννήθηκε ένα όνειρο, να ταξιδέψει στην Νέα Υόρκη και να σπουδάσει εκεί καλές τέχνες. Φυσικά όπως καταλαβαίνεται αυτή η δυνατότητα δεν υπήρχε και όποιος τον άκουγε θα έλεγε ότι ονειροβατεί, αλλά έτσι ήταν πάντα, κυνηγούσε τα δύσκολα. Πέρασε ωστόσο γραφιστική και κουραζόταν κάθε μέρα να πηγαινοέρχεται Αιγάλεω- Εκάλη, περνούσε καλά όμως, είχε κάνει πολλούς φίλους και με τα χίλια ζόρια κατάφερε και απέκτησε μηχανάκι για τις διαδρομές του. Κάπου στο χειμώνα στο τρίτο έτος της σχολής του οι γονείς του πήγαν για διακοπές στον Βόλο για να επισκεφθούν κάτι φίλους τους και ήταν διαχειριστές. Μια κρύα μέρα λοιπόν που το χιόνι έπεφτε πυκνό και το κρύο έξω τον είχε αναγκάσει να μαζευτεί μέσα και να πηδιέται με τρεις φίλους του, του χτύπησε την πόρτα η τύχη του, δηλαδή μια ένοικος για να πληρώσει τα κοινόχρηστα που λόγω της βαρυχειμωνιάς ήταν ιδιαίτερα υψηλά, η συγκεκριμένη του έδωσε αρκετά για να εξασφαλίσει ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για τον αγαπημένο του προορισμό. Έτσι έδιωξε άρον άρον τους φίλους του και έτρεξε στο ντουλάπι με τα χρήματα, τελικά το ποσό που είχε συγκεντρωθεί ήταν πέρα των προσδοκιών του. Ετοίμασε την βαλίτσα του και έγραψε ένα γράμμα για τους γονείς του. Σε λίγες ώρες εκείνος ήταν κιόλας μακριά και οι γονείς του πίσω από τα κάγκελα, αλλά η τέχνη θέλει θυσίες, σωστά;

Maria Callas Issue

Απόγευμα, μισόκλειστα παντζούρια,  στα σημεία που τα πυκνά φύλλα των δέντρων επέτρεπαν στο φως να περάσει φωτιζόταν η σκόνη του δωματίου ενώ το γραμμόφωνο έπαιζε άριες. Εκείνος, όπως πάντα καθισμένος στο γραφείο του, παρέα με ένα μισοσπασμένο φλιτζάνι γεμάτο καφέ και τα τσιγάρα του. Άναψε το τσιγάρο με τον αναπτήρα και απαλά τον εναπόθεσε στο πλάι, ήταν απορροφημένος με τις εφημερίδες, ενώ η μουσική κάλυπτε τα τριξίματα της καρέκλας και το περίεργο παίξιμο των ποδιών του. Για ακόμα μια φορά ξεδιάλεγε τα πιο ενδιαφέροντα άρθρα και γεγονότα της προηγούμενης μέρας, εβδομάδας, μήνα… Σε μια παύση της μουσικής εκείνος ανασάλευε και το δωμάτιο φωτίστηκε σαν κάποιο θεϊκό πρόσωπο να τον επισκέφθηκε απρόσμενα… Ήταν όταν βρήκε μια παλιά φωτογραφία της μοναδικής ντίβας , του μοναδικού αστεριού που άγγιξε τη γη και τους ανθρώπους, ευτυχώς μας επισκέφθηκε… Μαρία Κάλλας, η γυναίκα με το αγέρωχο ανάστημα και την χαρακτηριστική όψη, η γυναίκα με την φωνή που ξεπερνούσε τις δυνάμεις της, η γυναίκα που αντιμετώπιζε σαν πρόκληση την επόμενη παράσταση, η γυναίκα που γεννήθηκε για να γίνεται κάθε μέρα και καλύτερη. Μέχρι την μέρα που ο Άδης την άγγιξε, η μάστιγα της σημερινής εποχής της πήρε μακριά, η κατάθλιψη για τη χαμένη της φωνή και τον νεκρό εραστή. Εκεί κλεισμένος αναλογιζόταν πως τέτοιου είδους μεγέθη δεν υπάρχουν ποια, ο κόσμος έχει γεμίσει μετριότητες. Θυμάται όταν είχε επισκεφθεί το εστιατόριο που συνήθιζαν να γευματίζουν ο Ωνάσης και η Καλογεροπούλου, ο ιδιοκτήτης ποτέ δεν επέτρεψε σε άλλο πελάτη να ξανακαθίσει εκεί, έλεγε ενώ δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του και σκουπιζόταν με τα ρυτιδιασμένα χέρια του το πόσο παθιασμένα συζητούσαν μεταξύ τους, πως κοιτάζονταν. Ύστερα πάλι θυμήθηκε την πληθώρα στάρς που έχουν κατακλείσει όλο τον κόσμο, ποιοί μπορούν να σταθούν μπροστά τους; κανείς! Ποιοί μπορούν να  ανταγωνιστούν την λάμψη τους, τη δύναμη τους; κανείς!Φράσεις όπως «Δεν θέλω να είμαι μια σταρ, γιατί τα άστρα κάποτε σβήνουν» δεν θα ξαναηχήσουν, φράσεις με μια δόση αλαζονείας αλλά και αστείες μπροστά στην εφήμερη ζωή. Ποιούς να ονοματίσει; ίσως ήταν η εποχή, τόσο ρομαντική, μα είναι εντυπωσιακό γιατί τη Συγκεκριμένη θα την μάθουν όλες οι γενιές που θα περάσουν από τη γη, μέχρι ο ήλιος να δύσει για πάντα και το άστρο των ανθρώπων να χαθεί.   

Ρομαντισμοί

Ξυπνήσαμε δίπλα δίπλα. Περπάτησε μέχρι την κουζίνα ενώ έτριβε τα πόδια της καθώς κρύωνε αφού το μόνο που φόραγε ήταν ένα μπλε πουκάμισο μου και ένα ζευγάρι κάλτσες. Σηκώθηκα σιγά για να την πειράξω. Της πείραζα τα καστανά μακριά μαλλιά της και το μενταγιόν την σε σχήμα ματιού. Φτιάξαμε καφέ και καθίσαμε στο σαλόνι, ακόμα γελώντας και παίζοντας. Ξάπλωσε αναπαυτικά και της χάιδευα τα πόδια που είχαν μουδιάσει. Σε λίγο φάνηκε ο Στέφανος, ο δικός μας. Ψηλός, γεροδεμένος και εκείνος με πράσινα μάτια, περιτρυγιριζόμουν από δύο πανέμορφους ανθρώπους που συνήθως φρόντιζαν να με βάζουν στην μέση. Ήμασταν μια ωραία παρέα. Ευτυχώς στο χωριό κανένας δεν είχε υποπτευθεί τίποτα και όταν φτάναμε δεν αναρωτιόντουσαν από που προέρχονταν τα βογκητά, απλά ένιωθαν πως η Αριάδνη έπαιζε με δύο άντρες. Μεσημεριανό έφτιαξε ο Στέφανος, ήταν σεφ οπότε δεν μπορούσαμε να αρνηθούμε μια τέτοια πρόταση καθώς και οι δύο ήμασταν στούρνοι στη μαγειρική αλλά άσσοι στο ταβλάκι. Οπότε στρωθήκαμε για μία παρτίδα την ώρα που τα μπλε κατασπάραζαν τα κόκκινα, ή μήπως παίζαμε σκάκι. Το μικρό μας ράδιο έπαιζε ωραίες μουσικές με πολύ γνωστά ρεφρέν που σιγοψηθιρίζαμε και οι τρεις μας. Ενίοτε κάναμε και τις τριμελής πάντες όπου πάντα κάποιος ντυνόταν με λάθος κουστούμια! Είχε πλάκα να παίζουμε, πότε πότε κόβαμε τα μαλλιά μας μεταξύ μας και κρατούσαμε τις τούφες ως ένδειξη αγάπης. Χοντρές στάλες έπεφταν από το παγωμένο ποτήρι του κρασιού ενώ το βράδυ είχε έρθει και η θερμοκρασία είχε ανεβεί επικύνδινα. Παίζαμε ερωτικά παιχνίδια ενώ στην πραγματικότητα ξέραμε πως θα καταλήγαμε γυμνοί στο κρεβάτι.

η Αριάδνη πάντα έκανε την αρχή, πόσο ερεθιζόμουν όταν έμπαινε ανάμεσα μας, όταν χάιδευα τις κατακόκκινες τσιτωμένες ρόγες της και πείραζα τον εφήβαιο της. Ήταν όλα τόσο παραμυθένια και αναρωτιόμουν πόσο θα διαρκούσε το όνειρο αυτό. Μία μέρα τσακωθήκαμε με τον Στέφανο, γεμίσαμε με μώλωπες και μετά κάναμε άγριο σεξ ενώ η Αριάδνη έλειπε για ψώνια, ύστερα μας τιμώρησε με τον τρόπο που μόνο εκείνη ήξερε, τρυφερά αλλά πάντα υπεροπτικά τα χτυπήματα στον πισινό μας, τα χτυπήματα της με κατακόκκινα τριαντάφυλλα. Ύστερα της παραδοθήκαμε και οι δύο, χωρίς ενδοιασμούς παρόλο που οι γρατζουνιές της ήταν ακόμα εμφανείς πάνω μας. Με γέμιζαν όσο τίποτα άλλο…

Σε είδα μέσα στον κόσμο, ήσουν χαμένος σαν και εμένα, το βλέμμα ήταν κάτω και το κεφάλι σκυφτό, είχες βάλει τη κουκούλα να καλύπτει το όμορφο ξανθό σου μαλλί και τα γκρίζα σου μάτια. Δεν κοιταχτήκαμε παρά προχωρούσαμε ο καθένας στον δρόμο του, μόνο όταν περάσαμε δίπλα δίπλα γύρισες το κεφάλι σου και άνοιξες τα μάτια σου. Ήσουν εκείνος που με περίμενε να έρθω και να εμφανιστώ. Είμαι εκείνος που περίμενα να αγαπηθώ. Να χαθώ στους ώμους σου και στα ξανθά σου μαλλιά. Ήσουν εσύ και εγώ που ζούσαμε σε μια ψευδαίσθηση μακριά από όλα αυτά. Ήρθε όμως η στιγμή που έκανα κάτι που δεν περίμενες που τα κατάστρεψε όλα, χωρίς να το περιμένω καθώς νόμιζα πως ήταν αμοιβαίο το αίσθημα αυτό. Ένα βράδυ στα χαμένα σεντόνια και σε απέραντα δάση, άγγιξα το στήθος μου, στο σημείο της καρδιάς μου, και με προσπάθεια το έχωσα βαθιά. Μέχρι να νιώσω να πλησιάζουν οι παλμοί της καρδιάς μου και ο ήχος να ακουστεί καθαρά στο άδειο δωμάτιο μας. Με προσοχή την έβγαλα και στην έδωσα, στα χέρια σου τα ζεστά. Αλλά εσύ την άφησες να πέσει σε πηγάδια ανήλιαγα με νεκρούς από παλιά. Την άφησες εκεί, την εναπόθεσες σαν να μην άξιζε καμιά προσοχή. Εκείνη πλέον χτυπάει για σένα κάθε βράδυ ξανά και ξανά αλλά άνοιξες την πόρτα και έφυγες μακριά, μετά από ένα καυτό φιλί που δεν θα ζήσω ξανά. Αυτά που ζήταγα ,αυτά που έψαχνα τα έχασα ξανά και ξένα χέρια με φέρνουν σπίτι όπως παλιά, ξένα χέρια με αγγίζουν εκεί που μόνο εσύ ήξερες να ερευνάς. Ο έρωτας που έψαχνα από την στιγμή που γεννήθηκα νομίζω δεν υπάρχει πια, και σε κανενός το βλέμμα δεν θα δω να τον αποζητά. Λοιπόν αντίο, μακάρι τα αισθήματα αυτά και ο ρομαντισμός να μην υπήρχε ποτέ γιατί αυτά τρώνε το συκώτι μου κάθε βραδιά, όταν τα φώτα είναι σβηστά και ο κόσμος κοιμάται…

Φωτιά…κατά λάθος

Τα κεριά τρεμοέπαιζαν τριγύρω μας στην παραλία…ενώ παίζαμε με τις κιθάρες και κυνηγούσαμε τις κοπέλες, πλατσουρίζαμε στην θάλασσα μέχρι που ανακαλύψαμε το κρυφό ταλέντο της Ευγενίας.
Η Ευγενία πάντα κρατούσε μαζί της άλλοτε στην πίσω τσέπη του παντελονιού της και άλλες φορές στον πάτο της σχολικής της τσάντας μια τράπουλα. Γεμάτη καρδιές, ρόμβους, ρίγες, ντάμες και βαλέδες. Στη ζωή της ενδιαφερόνταν πάντα για τους βαλέδες ή τους ρίγες, είχαμε ένα κοινό ενδιαφέρον. Ανάμεσα λοιπόν στα κεριά και στα παιχνιδίσματα την  στρώσαμε κάτω στην απέραντη άμμο και είπε σε όλους μας την ζωή μας. Ήταν τόσο κουρασμένη εκείνο το βράδυ που κοιμήθηκε στη δική μου σκηνή ενώ τη βάσταγε όλη η παρέα. Πίσω στην Αθήνα, είχαμε ξεχαστεί καθώς στην  καθημερινότητα μάς δεν χωρούσε η πολυτέλεια της μαντείας ή η περιέργεια του μέλλοντος. Ένα βράδυ είχαμε βγει οι δύο μας, και ανάμεσα στα γέλια και στα ποτά που με κάθε γουλιά αντικαθιστούσαν κάθε γρανίδα του αίματος μας της αποκάλυψα και τα δικά μου μυστικά, έγινα για εκείνη ένας χάρτης ανοιχτός να τον διαβάσει. Από τότε ποτέ ξανά δεν με άφησε μόνο, θες από κατανόηση προς την ιδιαιτερότητα μου; θες ότι ένιωθε τόσο καιρό ότι της έκρυβα κάτι; κάναμε τρελή παρέα και αναπολούσαμε συχνά τις εμπειρίες μας με άντρες που είχαμε. Καθόμασταν λοιπόν τις προάλλες στο
Magaze  και κάτω από τον χάρτη, πάνω στα σκαμπό δίπλα στο μπαρ ανακαλύπταμε όπως πάντα τους εαυτούς μας και τις πράξεις μας, άλλοτε καθημερινές και άλλοτε σπάνιες….
Ξύπνησα πρώτος όπως πάντα κατά τύχη, το χέρι του με βάραινε στο στήθος ενώ θα έπρεπε να μου αρέσει το έσπρωξα σαν με απέχθεια. Πήγα στην κουζίνα του ανακαινισμένου
Loft του και έβαλα τον γαλλικό να φτιάχνεται, μπήκα κάτω από το νερό στη ντουζιέρα και άρχισε να μαλακώνει ο σκληρός μου εαυτός, το χαμόγελο μου συνειδητοποίησα ότι είχε χαθεί από το μέτωπο μου και είχε αντικατασταθεί από ένα απαίσιο ιμίωμα του. Νευριασμένος βγήκα έξω, ήμουν πάλι σε παράκρουση και ο άλλος κοιμόταν ακόμα…Ντύθηκα και έφυγα αμέσως, δεν με ξανακάλεσε, δεν το ξανακάλεσα δίκαια πράγματα, λογικά, το μόνο που ήθελα ήταν το κορμί του. Δυστυχώς δεν ήταν το μόνο που προκάλεσα, εκτός από μια ωραία βραδιά και για τους δυο μας, διάβασα στις εφημερίδες, ένα νέο κάτω από τη στάμπα του καφέ για μια πυρκαγιά και με τρόμο συνειδητοποίησα πως ήταν το δικό του σπίτι, ο γαλλικός! θυμήθηκα με ανάμικτα συναισθήματα και παράξενες γκριμάτσες, αφού ο Νίκος με σκούντιξε για να με ρωτήσει αν τρέχει κάτι…στο μαγαζί που είχα γνωρίσει και τον άμοιρο άντρα…
-Ευγενία πως σου φαίνεται εκείνος;
-Νομίζω πως από κάθε άποψη είναι τέλειος….
-Ωραία, λέω να πάω….μην ανησυχείς θα σε πάω σπίτι πρώτα, ένα τηλέφωνο θα πάρω μόνο…είπα και απομακρύνθηκα από το τραπέζι.
Γύρισα από εκείνον χωρίς το τηλέφωνο του…
-Ε ρε συ, δεν θα μπορούσες ποτέ να τον έχεις…
Μετά από μήνες που ξανασυναντηθήκαμε με την Ευγενία της είπα ότι τον είχα…για μια νύχτα και μετά τον έκαψα…

Aids

καυτές ανάσες. Βρυχισμοί και ιδρώτας. Βογκητά. Αποκορύφωση. Απέραντη σιωπή. Τσικ ακούγεται ο αναπτήρας και φωτίζει το πρόσωπο του καθώς προσπαθεί να ανάψει το τσιγάρο του. Ο Κώστας είναι κολλημένος ακόμα στο σώμα του. Τελειώνει το τσιγάρο και ανάβει το φως. Μετακινείτε ελαφρά στο κρεβάτι, ο Κώστας συνεχίζει να τον έχει αγκαλιά. Να σου πω, τώρα τι θα γίνει του πετάει ο Θωμάς. Θα φύγεις καμιά ώρα, άντε έχουμε και δουλειές. Καμία απάντηση από τον Κώστα ο οποίος συνεχίζει σιωπηλός στην ίδια θέση. Αα δεν το πιστεύω ότι έμπλεξα με αγκαλίτσα και κάνει γκριμάτσα. Συνεχίζει να μιλάει ενώ ο Κώστας αδιαφορεί πλήρως, δεν το περίμενα από εσένα, κάνεις και τέλειο σεξ, όχι τίποτα άλλο και ξαφνικά τώρα αυτό? δεν το περίμενα… Σπρώχνει δυνατά τον Κώστα και τον πετάει από κάτω, ο Κώστας ντύνεται σιωπηλά και αποχωρεί. Στον δρόμο σκέφτεται διάφορα, ερωτήματα του τύπου γιατί οι άντρες δεν μπορούν να αγαπήσουν και άλλα. Είχε βαρεθεί να γαμιέται ασύστολα με ανθρώπους που γνώριζε μόνο για μια νύχτα και που μετά αντάλλασαν ουσιαστικά μόνο ένα παγερό γεια. Ήταν συναισθηματικός τύπος, αποζητούσε την αγάπη και τον πλήγωνε πολύ άσχημα αυτό που έκανε τώρα, άλλωστε όπως θυμάται ποτέ δεν τον ενδιέφερε να χύσει μόνο, για εκείνον οι καλύτερες φορές ήταν με ανθρώπους που αγαπούσε, ήταν με ανθρώπους που τους είχε ανοίξει την καρδιά του και εκείνοι με την σειρά τους είχαν δει τον κόσμο του, τον τόσο όμορφα πλασμένο κόσμο του. Το άσχημο ήταν ότι είχε κάνει τεστ για τον ιό HIV και τα αποτελέσματα αργούσαν υπερβολικά να βγουν, θα έλεγε κανείς πως κάτι του είχε συμβεί. Έστριψε στη γωνία, ανέβηκε την ανηφόρα και έφτασε στη μικρή κλινική για τα αποτελέσματα. Ξαφνικά τα πάντα έμοιαζαν τόσο απέραντα μόνα, χωρίς την αγάπη πουθενά. Όταν τον κάλεσε η γιατρός στο μικρό δωματιάκι ένιωσε ένα τσίμπημα διαφορετικό από τις άλλες φορές, το τεστ ήταν…θετικό. Δεν ήξερε ποιος τον είχε κολλήσει για να τον προειδοποιήσει και δεν γνώριζε αν έγινε επίτηδες. Κάθισε στο παγκάκι στην πλατεία κοντά στην κλινική και άναψε τσιγάρο, ο αέρας έπαιρνε τον καπνό και τον ταξίδευε μακριά, αυτό έκανε προς στιγμήν τον Κώστα να ξεχαστεί…μέχρι που κάηκε από την καύτρα και οι στάχτες σκόρπησαν μαζί με τα φύλλα. Η γιατρός του είχε προτείνει κάποια φάρμακα τα οποία θα παράγγελνε αμέσως, λένε πως αναστέλλουν την λειτουργία του ιού. Ότι και να ήταν πάντως θα το πολεμούσε, πάντα αυτό έκανε άλλωστε…

Λοιπόν έχει ο καιρός γυρίσματα έλεγαν οι παλιοί και εγώ ξαναλλάζω επιλογές για ακόμα μια φορά καθώς κατάλαβα πως δεν έχω το δικαίωμα να επιλέξω, παρά να γεννηθώ με αυτό. Θυμήθηκα λοιπόν ότι είχα γράψει παλιότερα ένα κείμενο που βρίσκετε στις ξεπέτες και είπα να το ανακαλέσω καθώς είναι από τα αγαπημένα μου και το μοναδικό που έστω και fictional μπορεί να με παρηγορήσει. Ακολουθεί το κείμενο.

Deadonce again_9th September 2006

Ένα πτώμα κείτεται πάνω στον θάλαμο, του ψιθυρίζει κάποιος. Ένα τι? αναρωτιέται από μέσα του. Χωρίς να θέλει να κρύψει τον εκνευρισμό του γνέφει στον άλλο και με σιγανά βήματα ανεβαίνει τους ορόφους, αρχίζει να βιάζεται, σκοντάφτει κάπου, ξανασηκώνεται και συνεχίζει. Περίπου στο έβδομο πάτωμα αρχίζει να βλέπει στο βάθος κηλίδες αίματος. Τις ακολουθεί. Φτάνει στο στόχο.

Στο μεγαλύτερο αμφιθέατρο της σχολής των καλλιτεχνικών σπουδών της Νέας Υόρκης υπήρχε ένα θέαμα. Κατεβαίνοντας τα σκαλιά και καθώς πέρναγε μπροστά από κάθε θέση οι ανάσες του μεγάλωναν. Ο φίλος του και εραστής του Τζον τις τελευταίες μέρες είχε εξαφανιστεί. Για κάποιο ανεξιχνίαστο λόγο τα τηλεφωνήματα και οι καυτές νύχτες είχαν τελειώσει και αν και ήταν πολύ κοντά στην αποκάλυψη του μυστηρίου φοβόταν να παραδεχτεί ότι ο φίλος του είχε δολοφονηθεί ή αυτοκτονήσει. Ήταν τόσο καλός άνθρωπος, όμορφος, θαυμάσιος, τόσο ταλαντούχος, στην πιο ελεύθερη πόλη του κόσμου υποβόσκουν ακόμα σεξικοί εγκληματίες? δεν μπορούσε να το πιστέψει. Είχε περάσει καιρός, χρόνια, όταν τον είχαν χτυπήσει τον Odd (τον ίδιο δηλαδή) σε ένα πεζοδρόμιο του Σικάγο όπου κάπνιζε αμέριμνος καθώς γυρνούσε από το σπίτι του πρώην εραστή του. Κάποιος στην γειτονιά είχε ανοίξει το στόμα του και μια ακατανόητη βία είχε ξεσπάσει στη βία. Αποτέλεσμα ήταν ο διωγμός από το σπίτι του. Ήταν πολύ παλιά σκεφτόταν. Το πτώμα ήταν ακουμπισμένο πάνω σε ένα τραπέζι από άσπρα πλακάκια. Το αίμα ήταν ακόμα ζεστό και έτρεχε προς όλες τις μεριές του αμφιθέατρου. Ξαφνικά τα φώτα έσβησαν και όλα άλλαξαν. Ένα απόκοσμο κόκκινο χρώμα φέγγιζε μέσα από το νεκρό. Φτερά φάνηκαν από το πουθενά και προσπαθούσαν να φύγουν από το στενό χώρο του στομαχιού του νεκρού. Δεν ξέρω τι να κάνω σκέφτηκε και πλησίασε το νεκρό σώμα, τράβηξε με προσοχή τα φτερά και είδε ότι κάτι βαρύτερο ακολουθούσε. Ήταν απίστευτο, παρίστατο σε μια τελετή γέννησης ενός αγγέλου. Σε όλη την ζωή του δεν περίμενε να το δει αυτό. Ο άγγελος ανυψώθηκε λίγα εκατοστά πάνω από το πτώμα και με λόγια μέσα από τα δόντια σιγά είπε «πατέρα, ω, πατέρα σε ευχαριστώ που με έφερες εδώ, σε αυτό τον κόσμο, χρώμα πλασμένο, σχήματα. Και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του.

Είχε μαύρα μαλλιά και γκρι άγρια όμορφα απόκοσμα μάτια. Ήταν γυμνός και έτσι του έδωσε το φούτερ του αλλά δεν μπορούσε να το βάλει, τον δυσκόλευαν τα φτερά. Ήρθε και κάθισε δίπλα μου, καθώς προσπαθούσε με κάποιο τρόπο να ζεσταθεί. Του έδωσα το παντελόνι μου. Έμεινα με το μποξεράκι και πλησίασα το πτώμα. Ήταν ο Τζον. Ζαλίστηκα και σκόνταψα, ένιωσα φτερά να με τυλίγουν στοργικά. «Πατέρα» μου είπε ο άγγελος “αυτή είναι η θυσία για να έρθω εδώ, είμαι ο πρώτος του είδους μου αλλά η επιθυμία αυτού του ανθρώπου που αποκαλείς Τζον να φέρει στον κόσμο κάτι δικό του ήταν μεγάλη. Γεννήθηκα μέσα από πόνο και αίματα και βίαιο έρωτα αλλά αυτό είναι το θαύμα του φοίνικα, γεννιέμαι μέσα από τις στάχτες κάποιου άλλου”, μου είπε κοιτάζοντας με στα μάτια. Δεν το πίστευα ότι ο άγγελος που με αγκάλιαζε με αυτό τον τρόπο ήταν καρπός του έρωτα μου με τον Τζον. Τις τελευταίες μέρες ο Τζον συμπεριφερόταν πολύ παράξενα, μετά από εκείνο το μάθημα βιολογίας. Ο καθηγητής είχε πει ότι η φύση απορρίπτει οτιδήποτε δεν μπορούσε να αναπαραχθεί και ότι όσα κάναμε ήταν μέχρι εκείνη την μέρα που κάποιος άλλος θα έρθει στον κόσμο να μας αντικαταστήσει. Ήταν πολύ εγωιστής σε αυτό το θέμα, ο Τζον ήθελε οπωσδήποτε παιδί, πίστευε ότι ήταν χάρισμα θεού σαν άνθρωπος, πίστευε στα ταλέντα του και την τελειότητα που έκρυβε μέσα του, δεν ήθελε να πεθάνει μια τόσο όμορφη γενιά, καθώς ήταν μοναχοπαίδι, δεν ήθελε να εξαφανιστεί το είδος του, κοντέψαμε να χωρίσουμε εκείνες τις μέρες. Ήθελε οπωσδήποτε αντικαταστάτη. Οπότε να τελικά που έγινε.

Μετά από κανένα τέταρτο αφού έκανα όλες αυτές τις σκέψεις το πτώμα άρχισε να μετακινείται. Ανυψώθηκε και ένα μπλε χρώμα έλουσε το χώρο, ύστερα άρχιζε να θρυμματίζεται και να γίνεται σταχτί και μετά χιλιάδες άσπρες πεταλούδες που πετούσαν παντού και χάριζαν στο χώρο χρώμα ενώθηκαν σε μια λάμψη και χάθηκαν. Όλα ξαναέγιναν κανονικά αλλά εγώ βρισκόμουν ακόμα στην αγκαλιά του γιου μου. Σηκώθηκα και με στερέωσε. Βγήκαμε μαζί από το αμφιθέατρο με δάκρυα στα μάτια πάνω στην άσπρη του σταρένια επιδερμίδα και εγώ στα κόκκινα πουλόβερ. Κατεβήκαμε, δεν ήξερα τι να κάνω. Όλοι τον κοιτούσαν παράξενα αλλά δεν μπορούσα να κάνω κάτι. Θεωρητικά μόλις γεννήθηκε. Θα μπορούσα να τον πάρω μαζί μου στη σχολή μου αλλά δεν ήξερα τι γνώσεις είχε και με αυτά τα ερωτήματα κοιμήθηκα δίπλα σε έναν άγγελο, αύριο που θα ξημέρωνε θα βλέπαμε. Μέσα σε μια νύχτα έχασα έναν εραστή που μου έστειλε για αντικαταστάτη έναν άγγελο.

Σκούπιζε τα δάκρυα της με το χέρι της ενώ με το άλλο κρατούσε σταθερά όσο μπορούσε το τιμόνι του αυτοκινήτου που η ταχύτητα του είχε φτάσει τα εκατόν-πενήντα. Ευτυχώς για εκείνη οι δρόμοι της Πράγας ήταν άδειοι καθώς η ώρα ήταν περασμένες τέσσερις. Στο κάθισμα του συνοδηγού ήταν πεταμένα κάτι κυκλάμινα που πριν από μισή ώρα ήταν μια φροντισμένη ανθοδέσμη, δίπλα από έναν τζόνι. Μισή ώρα της πήρε να βρεθεί μακριά από εκείνον που την πλήγωσε. Από εκείνον που αγάπησε τόσο σφόδρα…Τα φώτα του σπιτιού του είναι τώρα σβηστά όπως και η καρδιά του που πλέον δεν χτυπά, τον σκότωσε σε ένα έγκλημα πάθους όταν εκείνη δεν κατάφερε να συγκρατίσει το θυμό της μόλις έμαθε για την άλλη, την δεύτερη στη ζωή του. Αμέσως δάκρυα κύλισαν και πέρασαν εφιαλτικά δευτερόλεπτα για εκείνον όταν έβγαλε το πιστόλι από την τσάντα της, «Το ήξερα» του φώναζε τόσο δυνατά που έκανε τα κρύσταλλα να τρίζουν. «Σε υποπτεύθηκα, και τώρα σε θέλω νεκρό, καμιάς η αγάπη δεν είναι μεγαλύτερη από τη δική μου και εσύ, εσύ που ερωτεύτηκα είσαι ένα ρεμάλι, ένα τίποτα». Ακούστηκε ο πρώτος πυροβολισμός της σφαίρας που πέρασε ξυστά από το δεξί του μπράτσο, ενώ εκείνος εκλιπαρούσε για έλεος και βοήθεια καθώς τα μάτια του έκλαιγαν ποτάμια, άνανδρε σκέφτηκε από μέσα της, ούτε στα πόδια σου δεν μπορείς να σταθείς… «Αυτό που θα πάθεις το αξίζεις» του σφύριξε και πάτησε τη σκανδάλη, και αυτή τη φορά δεν αστόχησε, κατευθείαν στην καρδιά, στο κέντρο. Ύστερα μάζεψε τα κυκλάμινα που τόσο της άρεσαν και έψαξε στην κάβα του για ένα ουίσκι, όπως συνήθιζε κατέβηκε τα σκαλιά ενώ φρόντισε να σβήσει τα ίχνη της και να πετάξει το πτώμα στο ποτάμι. Ξεφορτώθηκε και το αγαπημένο της δαχτυλίδι που της είχε χαρίσει, είχε ένα υπέροχο μαύρο διαμάντι. Δεν ήθελε να τον θυμάται με τίποτα, ακόμα και όταν την επόμενη μέρα βρήκε η αστυνομία στο σπίτι της τα ξεχασμένα ρούχα του αλλά εκείνη ήταν ήδη μακριά, βρισκόταν σε μια άλλη περιοχή, οπού μπορούσε να κλάψει ακούγοντας τα κύματα και να ηρεμίσει στο εξοχικό της.

 

Arxitempela (http://www.network54.com/Forum/524557/) σε ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου έδωσες.

Περιμένω και άλλες προσκλήσεις σε παρόμοια παιχνίδια.

 

Οι λέξεις: Αγάπη, Αυτοκίνητο, Κυκλάμινο, Πράγα, Φως, Ποτάμι, Διαμάντι