Πλατεία Συντάγματος-Πανεπιστημίου ο πιο αγαπημένος δρόμος της Αθήνας.
Μεσημέρι 2:00 μ.μ. με 3:00 μ.μ. περπατώντας και σιγοτραγουδώντας τραγούδια που αφήνουν σημάδι στην ψυχή και στο μυαλό. Στοίχοι που μαθαίνονται εύκολα από παιδία και από ενήλικους. Εύκολη μουσική. Εύκολοι στοίχοι. Εύκολα αισθήματα. Λύπη, χαρά. άγχος, πέσιμο, επάνοδος, φαγητό, μεσημέρια Κυριακών, φίλοι, αγάπη ,κατάθλιψη, βροχή, Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος, Χριστούγεννα και
έφτασαν κιόλας και εύχεσαι να μην είσαι μόνος. Τα αρκουδάκια κλαίνε κάτω από το πρόχειρα φτιαγμένο δέντρο με κάποια στολίδια να έσπασαν στην προσπάθεια σου να τα βγάλεις από τα χάρτινα κουτάκια σου, το τσιγαριλίκι πάνω στο τασάκι, οι γονείς να λείπουν και εσύ με τον φίλο σου να χαμουρεύεστε…αληθινά αισθήματα, το πιάνο παίζει χαρούμενες μελωδίες και επιτέλους η τούφα που ήθελες είναι βαμμένη κόκκινη. Περιμένεις να χιονίσει αλλά μάταια, θυμάσαι πέρυσι στη Νέα Υόρκη που στεκόσουν μόνος στην πλατεία να γιορτάζεις παρέα με χιλιάδες ανθρώπους την νέα χρονιά και εσύ να μην χαίρεσαι που έρχεται, απλά γυρνάς το κεφάλι σου και βλέπεις την χαρά, ελπίζεις και εσύ για κάτι καλύτερο, ομορφότερο, δυνατότερο, που ίσως να κρατήσει για περισσότερο…
Κοιτάς τα κίτρινα φύλλα ριγμένα κάτω στην άσφαλτο, ξεραμένα και βρεγμένα να κολλάνε στον δρόμο από την πρόσφατη βροχή και την υγρασία. Τρυφερά λόγια στα αφτιά σου και εκείνος έχει φύγει, εσύ το επέλεξες…Κοιτάς πέρα και αντικρίζεις την θάλασσα, πιο πέρα ένα ερωτευμένο ζευγάρι, κάθεσαι και κλαις, κλαις γοερά μέχρι που η φίλη σου σε πιάνει από τους ώμους και σε ανεβάζει πάλι ψηλά, στον κόσμο τον αληθινό, τον σκληρό μα και γλυκό, είμαστε το σύνολο των ανθρώπων που γνωρίζουμε, τόσοι πολλοί που χάθηκαν, ριγιουνιονς που ξέρεις πως δεν πρόκειται να γίνουν, χάνεσαι, απογυμνώνεσαι σε κάθε νέο άτομο που συμπαθείς, νομίζεις πως θα σου δώσει αυτό που ζητάς, μια αιώνια λιακάδα και ένα καθαρό μυαλό, μα δυστυχώς νομίζεις και οι εποχές περνούν και πλακώνεστε και στρίβει στην γωνία…
Και δεν ξανάρχεται η φίλη σου γιατί πλέον δεν προλαβαίνει από την δουλειά, ίσως να έχει παντρευτεί και να έχει και παιδία, ενώ εσύ αιώνιος έφηβος προσπαθείς με μπότοξ να σβήσεις τις πρώτες ρυτίδες που εμφανίζονται στο μέτωπο σου, γυρνάς πίσω σου και εύχεσαι να είχες αυτοκτονήσει στα είκοσι σου γιατί σύνταξη θα πάρεις στα ογδόντα σου, βρίζεις το σύστημα και σε κάθε πορεία που γίνεται τρέχεις, πρώτη δύναμη, φοιτητές, εργαζόμενοι σε σέρνουν οι νέοι φίλοι σου, αν πετύχεις καμία κοπέλα εκεί, αν καταφέρεις να βγείτε για ένα ποτό, αμφιβάλλεις αν σε γουστάρει, την κοιτάς στα μάτια και προσπαθείς να δεις την λάμψη, ή κάτι παρόμοιο που θα μαρτυρήσει τι σκέφτεται εκείνη την στιγμή τι σκέφτεται αλλά τίποτα, το βλέμμα της αγελάδας παραμένει, δεν μετακινείται καρφωμένο εκεί, να ‘σαι κοιτάει βαριεστημένα, θες να την πιάσεις και να την ταρακουνήσεις φωνάζοντας της «ΞΥΠΝΑ! ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΝΕΥΡΑ?» αλλά και πάλι είναι μάταιο, την πας σπίτι σου και απορείς πως δέχτηκε, κάνετε σεξ, αρκετά καλό, για την ακρίβεια από το καλύτερο της ζωής σου αλλά μετά στο τσιγάρο καταλαβαίνεις πως δεν έχετε κανένα κοινό, είναι πέρα ως πέρα κυνική και προβλέψιμη, δεν πετάει κοτσάνες για πλάκα και δεν
αστειεύεται, είναι ξινή σαν την καθηγήτρια στο δημοτικό αλλά εσύ θες την Τζέση, την ξανθιά μικρή και χαζούλα φίλη σου, που ποτέ δεν είπες ότι την θες, έτσι καταπιεσμένος έζησες την ζωή σου.
Σπας τα δεσμά, έχεις τέρμα την μουσική που άκουγες στα είκοσι, είσαι πενήντα, κάπως άργησες δεν νομίζεις? σε κοιτάει στα μάτια και το ασθενικό του πρόσωπο να ειρωνεύεται, πίσω από την χρυσή μάσκα κρύβεται το μαύρο δέρμα του, τα χείλια του είναι καλοσχηματισμένα και το χαμόγελο του σου προσφέρει μια ανατριχιαστική ηρεμία, την ηρεμία και την γαλήνη που μόνο ο θάνατος σου χαρίζει…

Πέφτεις, το αεράκι σφυρίζει στα αυτιά σου και είναι η πιο γλυκιά μελωδία που έχεις ακούσει ποτέ, σου αρέσει και σου θυμίζει την ανεμελιά των παιδικών σου χρόνων, πριν προλάβεις να δεις τα πάντα έχεις φτάσεις στο χώμα και τότε ξεκινάει το μεγαλύτερο ταξίδι, αυτό που δεν έχει γυρισμό…

chandelier.jpg

Advertisements