Κοιτάζει το παράθυρο με θολό βλέμμα, σαν κάτι να υπάρχει έξω από αυτό, λες και κάτι παρατηρεί ή κάτι περιμένει, αναπολώντας θυμίζει σε στιγμές που οι γυναίκες κοιτούσαν από το παράθυρο στο λιμάνι για το πότε θα γυρίσουν οι άντρες τους, έτσι και εκείνη κοιτάει τώρα. Έτσι και εκείνος κοιτάει τώρα αποχαυνωμένος. Ίσως να περιμένει το στερνό αεράκι να του πάρει την τελευταία του πνοή.
Ποτέ δεν φοβόταν τον θάνατο, αντιθέτως τον αποζητούσε, έκανε ότι πέρναγε από το χέρι του για να τον καλέσει. Στα 12 του έκανε απόπειρα αυτοκτονίας πίνοντας μια χλωρίνη, αλλά οι πόνοι ήταν τόσο μεγάλοι που δεν άντεχε και ούυρλιαζε οπότε οι γονείς του τον έσωσαν. Στα 20 έκοψε τις φλέβες του γιατί ένιωθε πως δεν άντεχε την κατάσταση αυτή πλέον που είχε η ζωή του, τελείως άδεια μα γεμάτη για όλους τους άλλους.
Τώρα στα 25 το ξανασκέφτεται και χαίρεται που πλέον μένει μόνος του και δεν υπάρχουν γονείς να τον σώσουν. Θέλει να τα παρατήσει ξανά, για ακόμα μια φορά στη ζωή του, και αυτή τη φορά πρέπει να πετύχει. Βαρέθηκε να είναι μπερδεμένος, βαρέθηκε τις αποτυχίες της ζωής, βαρέθηκε να περιμένει στη σειρά για να πάρει τον καφέ του, βαρέθηκε να τρέχει για δουλειά, βαρέθηκε να κοπιάζει αφού εκείνος τα ήθελε όλα στο χέρι, βαρέθηκε να πηγαίνει με εραστές γιατί απλά είχε περισσότερους γιατί βαριόταν τις γυναίκες να τις κυνηγάει και να τους δίνει όλα αυτά που απαιτούσε εκείνος. Βαρέθηκε να είναι ανασφαλής, βαρέθηκε να απαιτεί όλη την προσοχή πάνω του, βαρέθηκε τους εγωκεντρισμούς του και την ανάγκη για επιβεβαίωση στους άλλους. Βαρέθηκε τα όνειρα του ή μάλλον όχι, σταμάτησε να ονειρεύεται, ξύπνησε ένα πρωί και δεύτερο και τρίτο και όνειρα δεν είχε πια, τα δάκρυα του δεν κυλούσαν πια και η φωτιά μέσα του ένιωθε να σβήνει, κάθε μέρα και περισσότερο. Βαρέθηκε να υπακούει σε κανόνες, βαρέθηκε να πράττει…
Σκέφτεται να κάνει πραγματικότητα την τέλεια εικόνα αυτοκτονίας για εκείνον, κάπου την είχε δει, σε ένα κόμιξ, ανοίγει την βρύση και αφήνει το νερό να γεμίσει την μπανιέρα. Ύστερα κλείνει το καπάκι της τουαλέτας και τοποθετεί πάνω της τα ξυράφια, ξαπλώνει στο καυτό νερό και σαπουνίζεται, ύστερα με μια βουτιά ξεπλένεται. Πιάνει το ξυράφι και χαράζει την πρώτη γραμμή και συνεχίζει μέχρι που οι φλέβες του έχουν σπάσει σε μια σκακιέρα, δένει την πληγή ενώ εκείνη αιμορραγεί. Χαράζει άλλη μια παρόμοια σκακιέρα με κόπο και πόνο στο δεξί του χέρι. Ξεδένει το άλλο χέρι και ξαπλώνει στην μπανιέρα. Το νερό φτάνει στο στόμα του και τα μάτια του είναι νωχελικά κλειστά, σαν να ονειρεύεται. Το νερό φτάνει κόκκινο στα μάτια του και φαίνεται σαν να κλαίει. Βυθίζεται ολόκληρος και όλα πλέον είναι παρελθόν…

Advertisements