Χθες ήθελα να κάψω εγκεφαλικά κύτταρα, να χορέψω όσο ποτέ άλλοτε και να χαθώ σε όσες περισσότερες γουλιές κόκκινου κρασιού γινόταν. Όταν μια απογοήτευση που είναι ερωτική σου χτυπάει τη πόρτα κάνεις τα πάντα για να την ξεπεράσεις και κάνεις τα πάντα για να ξεχαστείς. Την ιδέα την έριξε η κολλητή μου και αν είχα όρεξη τότε να της μιλήσω μόλις αντίκρισα το αγαπημένο μου ροκ κλαμπ όλα ξεχάστηκαν, σαν κάποιος να τα έσβησε από την μνήμη μου. Έφτασα εκεί περίπου στις 11 και περίμενα από έξω καθώς δεν είχε ανοίξει ακόμα και η παρουσία των φίλων μου βρισκόταν κάπου στη διαδρομή. Έστριψα ένα τσιγάρο όταν στην πρώτη ρουφηξιά εμφανίστηκε ο κλειδοκράτορας του κλαμπ. Άνοιξε τα φώτα και για αρχή έβαλε Χριστουγεννιάτικα τραγούδια, όχι τις βλακείες που ακούμε κάθε χειμώνα, κάτι παλιά με soul φωνές και πάντες. Με κέρασε το πρώτο ποτήρι κρασί, κόκκινο, πάντα κόκκινο. Κουβεντιάσαμε λίγο και μου έφτιαξε κάπως το κέφι για το υπόλοιπο της βραδιάς. Τσουπ εμφανίστηκαν και οι φίλοι μου, τα κολλυτάρια μου άρχισαν να ρωτάνε τι είχα αλλά καμία ουσιαστική απάντηση δεν έλαβαν. Καθόμουν απλά εκεί, δίπλα τους λες και βρεθήκαμε κατά λάθος στον ίδιο χώρο και απλά μοιραζόμασταν τον ίδιο καναπέ, ήθελα να νιώσω ξένος μέσα στη μικρή δυστυχία μου και στην κουταλιά νερού μάλλον που πνιγόμουν γιατί τόλμησα και ζήτησα πολλά και εκείνος έδινε λίγα. Όχι δεν θα ήθελα να μείνουμε φίλοι, μόνο αυτό που ήθελα γιατί με πονάει να θυμάμαι εκείνο το μοναδικό αντικείμενο που ανταλλάξαμε στα καθίσματα του αυτοκινήτου. Δεν μπορώ να του μιλήσω φοβάμαι πως θα τον πιέσω αλλά γιατί έβαλε τόσο πάθος σε κάτι που δεν ήθελε. Τα αγαπημένα μου τραγούδια άρχισαν να χτυπούν δυνατά τους τοίχους του μυαλού μου και άρχισα να χτυπιέμαι με μισόκλειστα τα μάτια, με μισομεθυσμένο κορμί στους ρυθμούς. Ήθελα να ξεχάσω και παράλληλα πονούσα, ζούσα βουβά μόνος εκείνο τον έρωτα. Το κορίτσι από απέναντι με τα μαύρα φουντωτά μαλλιά με κοιτούσε, και το αγόρι που φιλιόντουσαν, πόσο τυχεροί είναι σκεφτόμουν, πόσο ελεύθεροι μέσα στην παιδική αθωότητα τους. Σηκώθηκε και η φίλη μου και χορέψαμε, με στριφογύρναγε με έπαιρνε αγκαλιές, είχε πλάκα. Είχα ξεχαστεί. Μετά η κούρσα που με πήγε σπίτι ήταν ένα πολυτελές αμάξι, του το είπα και χαμογέλασε! Ύστερα κοιμήθηκα και δεν θυμάμαι τι όνειρο είδα, μετά πάντως η μέρα συνεχίστηκε…

Advertisements