Νταπ, νταπ ακούστηκε η πόρτα…¨Ποιος είναι;¨ απάντησε ασθενικά η γριούλα…ο Γιος σου ο μονάκριβος ήταν η σωστή απάντηση. Έκανε ζέστη εκεί, πολύ στον κάτω κόσμο, εκεί έφτασε για να μάθει το μέλλον του, στη βάση του παρελθόντος. Η γριούλα τον καλοδέχτηκε «Δεν με θυμάσαι γιαγιά;» της αποκρίθηκε…όχι παιδί μου και το βλέμμα της το εννοούσε. Ήρθες εδώ για κάποιο σκοπό, ο Μορφέας και ο Ερμής δεν σε ταξίδεψαν μικρό μου; ναι γιαγιά! Ω σταμάτα να με αποκαλείς έτσι του απάντησε, Κατερίνα είναι το όνομα μου και ξαφνικά μεταμορφώθηκε σε πιο νέα και έβαλε το άσπρο φόρεμα της φωτογραφίας που πάντα θαύμαζε εκείνος. Άναψε τσιγάρο και της έδωσε το χέρι του. Γέλασε μεγαλοφώνως η γιαγιά, εδώ που ήρθες δεν γίνονται έτσι τα πράματα αυτά, έχεις να υπομένεις πολλά…Τον πλησίασε από πίσω και του άγγιξε το κεφάλι κρατώντας παράλληλα στο άλλο χέρι ένα κρανίο, θαρρείς και ήταν του ίδιου, θαρρείς πως το ήξερε…Ένιωσε έναν τρομερό πόνο στο κεφάλι λες και του το σούβλιζαν… «Περίμενε γιαγιά…» να καπνίσω λίγο χόρτο… «Μάτια μου» του απάντησε «…εδώ δεν πιάνουν τα μαντζούνια αυτά». Και υπόμενε τον πόνο…

Τον έσπρωξε δυνατά αλλά δεν πρόσεξε το σκαλοπάτι πίσω του, ο Κώστας ήταν νεκρός για πάντα κατά λάθος, το αίμα σιγά σιγά πλημμύρισε τις τουαλέτες, τον φίλησε στο στόμα και έφυγε, ήξερε ότι δεν έφταιγε….

Καθόταν στο κρεβάτι του και σκεφτόταν, δίπλα του ο Ιάκωβος κοιμόταν βαθιά ενώ εκείνος επεξεργαζόταν τις επιλογές του, θα είναι δύσκολα; θα είναι απλά; θα είναι ωραία; και αν είναι δύσκολα θα τα γουστάρει; δεν ήξερε; τον φίλησε στο μάγουλο, μετά στο στόμα, τον αγκάλιασε σφιχτά, όσο πιο σφιχτά μπορούσε και του ψυθίρισε το σ’ αγαπώ στο αφτί, εκείνος ξύπνησε αλαφιασμένος και τον κοίταξε…τι έπαθες πάλι; τον ρώτησε ενώ έτριβε τα μάτια του και ένα πιο δυνατό φως έμπαινε στο πλάνο…ΚΑΤ! φωνάζω αυτή είναι η ζωή μου…

Περπατούσε αμέριμνος στο δρόμο κλωτσώντας τα ξερά φύλλα χαμένος στις σκέψεις του. Έβρεχε και δεν τον ένοιαζε που είχε γίνει μούσκεμα από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Περπατούσε ώρες και εκείνος νόμιζε πως ήταν αιώνες, είχε αφήσει την μουσική σπίτι και απλά πήγαινε όπου τον έβγαζε ο άνεμος…Κάποιος τον είχε τσαντίσει εκείνο το φθινώπορο, φαινόταν και προχωρούσε ακόμα…

Advertisements