Ο Δαμιανός ζούσε στις λίγες πολυκατοικίες που υπήρχαν στην Εκάλη μαζί με τους γονείς του. Ωστόσο ήταν οι πιο φτωχοί από τους άλλους ενοίκους και ο ήρωας μας πάντα τους ζήλευε, δηλαδή όχι εκείνους αλλά τα παιδιά τους. Τα είχαν όλα, μπλουζάκια Paul Frank, τζιν Diesel, βέσπες Piaggio και αυτοκίνητα BMW. Μερικοί μάλιστα ντύνονταν και με στυλάκι EMO ενώ πριν άκουγαν Βανδή στη διαπασών κάθε μέρα! Δυστυχώς εκείνος δεν πήγαινε στα πλούσια ιδιωτικά σχολεία της γειτονιάς του και όσο μπορούσε έκανε οικονομία και δεν έβγαινε για να μην νιώθει άσχημα για τους γονείς του. Του άρεσε ωστόσο να κλείνετε με τις ώρες στο δωμάτιο του και να σχεδιάζει σκίτσα, γραφικά, στάμπες για μπλουζάκια και κομιξ. Έτσι τελειώνοντας την Τρίτη λυκείου του γεννήθηκε ένα όνειρο, να ταξιδέψει στην Νέα Υόρκη και να σπουδάσει εκεί καλές τέχνες. Φυσικά όπως καταλαβαίνεται αυτή η δυνατότητα δεν υπήρχε και όποιος τον άκουγε θα έλεγε ότι ονειροβατεί, αλλά έτσι ήταν πάντα, κυνηγούσε τα δύσκολα. Πέρασε ωστόσο γραφιστική και κουραζόταν κάθε μέρα να πηγαινοέρχεται Αιγάλεω- Εκάλη, περνούσε καλά όμως, είχε κάνει πολλούς φίλους και με τα χίλια ζόρια κατάφερε και απέκτησε μηχανάκι για τις διαδρομές του. Κάπου στο χειμώνα στο τρίτο έτος της σχολής του οι γονείς του πήγαν για διακοπές στον Βόλο για να επισκεφθούν κάτι φίλους τους και ήταν διαχειριστές. Μια κρύα μέρα λοιπόν που το χιόνι έπεφτε πυκνό και το κρύο έξω τον είχε αναγκάσει να μαζευτεί μέσα και να πηδιέται με τρεις φίλους του, του χτύπησε την πόρτα η τύχη του, δηλαδή μια ένοικος για να πληρώσει τα κοινόχρηστα που λόγω της βαρυχειμωνιάς ήταν ιδιαίτερα υψηλά, η συγκεκριμένη του έδωσε αρκετά για να εξασφαλίσει ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για τον αγαπημένο του προορισμό. Έτσι έδιωξε άρον άρον τους φίλους του και έτρεξε στο ντουλάπι με τα χρήματα, τελικά το ποσό που είχε συγκεντρωθεί ήταν πέρα των προσδοκιών του. Ετοίμασε την βαλίτσα του και έγραψε ένα γράμμα για τους γονείς του. Σε λίγες ώρες εκείνος ήταν κιόλας μακριά και οι γονείς του πίσω από τα κάγκελα, αλλά η τέχνη θέλει θυσίες, σωστά;

Advertisements