Σε είδα μέσα στον κόσμο, ήσουν χαμένος σαν και εμένα, το βλέμμα ήταν κάτω και το κεφάλι σκυφτό, είχες βάλει τη κουκούλα να καλύπτει το όμορφο ξανθό σου μαλλί και τα γκρίζα σου μάτια. Δεν κοιταχτήκαμε παρά προχωρούσαμε ο καθένας στον δρόμο του, μόνο όταν περάσαμε δίπλα δίπλα γύρισες το κεφάλι σου και άνοιξες τα μάτια σου. Ήσουν εκείνος που με περίμενε να έρθω και να εμφανιστώ. Είμαι εκείνος που περίμενα να αγαπηθώ. Να χαθώ στους ώμους σου και στα ξανθά σου μαλλιά. Ήσουν εσύ και εγώ που ζούσαμε σε μια ψευδαίσθηση μακριά από όλα αυτά. Ήρθε όμως η στιγμή που έκανα κάτι που δεν περίμενες που τα κατάστρεψε όλα, χωρίς να το περιμένω καθώς νόμιζα πως ήταν αμοιβαίο το αίσθημα αυτό. Ένα βράδυ στα χαμένα σεντόνια και σε απέραντα δάση, άγγιξα το στήθος μου, στο σημείο της καρδιάς μου, και με προσπάθεια το έχωσα βαθιά. Μέχρι να νιώσω να πλησιάζουν οι παλμοί της καρδιάς μου και ο ήχος να ακουστεί καθαρά στο άδειο δωμάτιο μας. Με προσοχή την έβγαλα και στην έδωσα, στα χέρια σου τα ζεστά. Αλλά εσύ την άφησες να πέσει σε πηγάδια ανήλιαγα με νεκρούς από παλιά. Την άφησες εκεί, την εναπόθεσες σαν να μην άξιζε καμιά προσοχή. Εκείνη πλέον χτυπάει για σένα κάθε βράδυ ξανά και ξανά αλλά άνοιξες την πόρτα και έφυγες μακριά, μετά από ένα καυτό φιλί που δεν θα ζήσω ξανά. Αυτά που ζήταγα ,αυτά που έψαχνα τα έχασα ξανά και ξένα χέρια με φέρνουν σπίτι όπως παλιά, ξένα χέρια με αγγίζουν εκεί που μόνο εσύ ήξερες να ερευνάς. Ο έρωτας που έψαχνα από την στιγμή που γεννήθηκα νομίζω δεν υπάρχει πια, και σε κανενός το βλέμμα δεν θα δω να τον αποζητά. Λοιπόν αντίο, μακάρι τα αισθήματα αυτά και ο ρομαντισμός να μην υπήρχε ποτέ γιατί αυτά τρώνε το συκώτι μου κάθε βραδιά, όταν τα φώτα είναι σβηστά και ο κόσμος κοιμάται…

Advertisements