Τα κεριά τρεμοέπαιζαν τριγύρω μας στην παραλία…ενώ παίζαμε με τις κιθάρες και κυνηγούσαμε τις κοπέλες, πλατσουρίζαμε στην θάλασσα μέχρι που ανακαλύψαμε το κρυφό ταλέντο της Ευγενίας.
Η Ευγενία πάντα κρατούσε μαζί της άλλοτε στην πίσω τσέπη του παντελονιού της και άλλες φορές στον πάτο της σχολικής της τσάντας μια τράπουλα. Γεμάτη καρδιές, ρόμβους, ρίγες, ντάμες και βαλέδες. Στη ζωή της ενδιαφερόνταν πάντα για τους βαλέδες ή τους ρίγες, είχαμε ένα κοινό ενδιαφέρον. Ανάμεσα λοιπόν στα κεριά και στα παιχνιδίσματα την  στρώσαμε κάτω στην απέραντη άμμο και είπε σε όλους μας την ζωή μας. Ήταν τόσο κουρασμένη εκείνο το βράδυ που κοιμήθηκε στη δική μου σκηνή ενώ τη βάσταγε όλη η παρέα. Πίσω στην Αθήνα, είχαμε ξεχαστεί καθώς στην  καθημερινότητα μάς δεν χωρούσε η πολυτέλεια της μαντείας ή η περιέργεια του μέλλοντος. Ένα βράδυ είχαμε βγει οι δύο μας, και ανάμεσα στα γέλια και στα ποτά που με κάθε γουλιά αντικαθιστούσαν κάθε γρανίδα του αίματος μας της αποκάλυψα και τα δικά μου μυστικά, έγινα για εκείνη ένας χάρτης ανοιχτός να τον διαβάσει. Από τότε ποτέ ξανά δεν με άφησε μόνο, θες από κατανόηση προς την ιδιαιτερότητα μου; θες ότι ένιωθε τόσο καιρό ότι της έκρυβα κάτι; κάναμε τρελή παρέα και αναπολούσαμε συχνά τις εμπειρίες μας με άντρες που είχαμε. Καθόμασταν λοιπόν τις προάλλες στο
Magaze  και κάτω από τον χάρτη, πάνω στα σκαμπό δίπλα στο μπαρ ανακαλύπταμε όπως πάντα τους εαυτούς μας και τις πράξεις μας, άλλοτε καθημερινές και άλλοτε σπάνιες….
Ξύπνησα πρώτος όπως πάντα κατά τύχη, το χέρι του με βάραινε στο στήθος ενώ θα έπρεπε να μου αρέσει το έσπρωξα σαν με απέχθεια. Πήγα στην κουζίνα του ανακαινισμένου
Loft του και έβαλα τον γαλλικό να φτιάχνεται, μπήκα κάτω από το νερό στη ντουζιέρα και άρχισε να μαλακώνει ο σκληρός μου εαυτός, το χαμόγελο μου συνειδητοποίησα ότι είχε χαθεί από το μέτωπο μου και είχε αντικατασταθεί από ένα απαίσιο ιμίωμα του. Νευριασμένος βγήκα έξω, ήμουν πάλι σε παράκρουση και ο άλλος κοιμόταν ακόμα…Ντύθηκα και έφυγα αμέσως, δεν με ξανακάλεσε, δεν το ξανακάλεσα δίκαια πράγματα, λογικά, το μόνο που ήθελα ήταν το κορμί του. Δυστυχώς δεν ήταν το μόνο που προκάλεσα, εκτός από μια ωραία βραδιά και για τους δυο μας, διάβασα στις εφημερίδες, ένα νέο κάτω από τη στάμπα του καφέ για μια πυρκαγιά και με τρόμο συνειδητοποίησα πως ήταν το δικό του σπίτι, ο γαλλικός! θυμήθηκα με ανάμικτα συναισθήματα και παράξενες γκριμάτσες, αφού ο Νίκος με σκούντιξε για να με ρωτήσει αν τρέχει κάτι…στο μαγαζί που είχα γνωρίσει και τον άμοιρο άντρα…
-Ευγενία πως σου φαίνεται εκείνος;
-Νομίζω πως από κάθε άποψη είναι τέλειος….
-Ωραία, λέω να πάω….μην ανησυχείς θα σε πάω σπίτι πρώτα, ένα τηλέφωνο θα πάρω μόνο…είπα και απομακρύνθηκα από το τραπέζι.
Γύρισα από εκείνον χωρίς το τηλέφωνο του…
-Ε ρε συ, δεν θα μπορούσες ποτέ να τον έχεις…
Μετά από μήνες που ξανασυναντηθήκαμε με την Ευγενία της είπα ότι τον είχα…για μια νύχτα και μετά τον έκαψα…

Advertisements