Είμαι σε ένα παράξενο όνειρο, οδηγώ ένα παράξενο τραίνο. Το έχει σχεδιάσει ο Γκαουντί. Παίρνει εντολές πολύ παράξενα, λες και θέλει να με ξεφορτωθεί ,να με σκοτώσει…Βρίσκομαι σε ένα καναπέ κάπου σε ένα μπαρόκ σπίτι,  κρύο, πολύ κρύο, μέσα στα σκοτεινά προσπαθώ να αρπάξω κάτι να με τυλίξει, να με ζεστάνει, έστω κάποιον…κάποια αγάπη να με αγγίξει, κάποιος έρωτας, ακούγεται γλυκιά μουσική στα αφτιά μου, γλυκός ψίθυρος με πιάνο. Προσπαθώ να βολευτώ στον καναπέ. Κάνουμε τις πρώτες συστάσεις, παίρνω διάφορες πόζες, εδώ σαν τον Πικάσο, εκεί σαν τον Μονέ, έτσι πάνω στο μαξιλαράκι σ αν εκείνον τον τρελό με το κομμένο αυτί, μπορεί να είναι ίδιοι δεν με ενδιαφέρει εδώ δεν κάνω μάθημα ιστορίας της τέχνης. Θέλω να κλειστώ εδώ για πάντα μόνος. Μόνο γλυκιά μουσική να ακούγεται, να κοιμάμαι και να ξυπνάς έτσι, γλυκοί ήχοι να με ξυπνούν, γλυκοί ήχοι να με κοιμίζουν, χέρια αόρατα να με αγγίζουν, ποδιά να κλείνονται γύρω μου και στήθη να με ακουμπάνε, θάλασσες να με λούζουν και αλμύρες να με ταΐζουν, μόνος μες στο όνειρο καθώς ζω τον πόνο να βιώσω, λάβα να ξεραθεί πάνω μου και μαχαίρι στην καρδιά μου, δρόμος να γίνει το κορμί μου και αγκάθια το κεφάλι μου, τρυφερό τριαντάφυλλο τα δάχτυλα μου και κριτσίνια τα κόκαλα μου, κρατς σπάνε ένα ένα ακολουθώντας έναν αλλόκοτο χορό σε ένα χώρο δίχως σκέψεις και κερί, μόνος ακολουθώ. Ποτάμια ιδρώτα να με λούζουν όπως γίνεται σε μένα και αγάπη πουθενά μια καρδιά γυάλινη πέτρα. Πέφτω εδώ. Πέφτω εκεί. Μια παραζάλη σε ένα ψέμα δίχως επιστροφή. Κρύβομαι σε ένα αλλόκοτο όνειρο γιατί δεν θέλω την αλλόκοτη ζωή μου και τον αλλόκοτο κόσμο κει γύρω….κάποιος μου γνέφει από μακριά να είναι η εμπειρία, να ναι ο έρωτας? μήτε εμπειρία, μήτε έρωτας μόνο δυο μάτια βαθιά γαλανά να με κοιτούν και μακριά ολόξανθα μαλλιά να με ακουμπούν, δάχτυλα μακριά σαν πιάνου πλήκτρα με ακουμπούν, με σφίγγουν σε μια αόρατη αγκαλιά, μιας γλυκιάς φωνής, το πηγούνι του προσώπου μυτερό πολύ όσο υγρά και τα μεγάλα μάτια, όσο το κορμί, αξύριστο καθώς είναι μου ανοίγει μια πληγή, αίμα γεμίζει την μπανιέρα και τα όνειρα εξαφανίζονται σε μια μέρα, που σαι εσύ μακρινέ να με σώσεις? από τη θλίψη που έμπλεξα και το επιτραπέζιο δίχως τέρμα? Βγαίνω έξω και δεν αναγνωρίζω πόσο γρήγορα χάνεται το ενδιαφέρον μου για τη ζωή. Μέσα στον κόσμο μου, τον τρελό και πολύχρωμο δεν περπατούν πτώματα στους δρόμους ούτε ανούσιοι άνθρωποι κενοί υπάρχουν. Μου αρέσει να σφίγγονται στην δική μου αγκαλιά για να σωθούν. Πιάνονται από μια ήδη βουλιαγμένη βάρκα. Θέλω να κλάψω αλλά σταγόνα δεν πέφτει. Μήπως φύγει μακριά το μαύρο της ψυχής. ’Όλα μοιάζουν νεκρά δίχως μέλλον, ένας συνεχής πονοκέφαλος δίχως τέλος. Μοιάζω αρχηγός, κυρίαρχος εγώ στο περιβόλι του θανάτου, άρχοντας Χάρος εγώ και όλα γύρω μου σκορπάνε, καμιά Περσεφόνη δεν με πλησιάζει, ακόμα και όταν μεταμορφώνομαι. Γελάω, ξεγελάω όλους έτσι, να το χαρούμενο παιδι, δυναμη? όρεξη? ναι άλλη μια μέρα στον κύκλο του θανάτου…. παραμονεύει κάτι άλλο να με σκοτώσει, τα πνεύματα με κυνηγούν και οι πόθοι μου λαβή κρατούν και πάλι, έτοιμοι για μάχη όλοι αυτοί να με κατασπαράξουν, ξεχασμένος κάπου μακριά ο εραστής με τα γαλάζια μάτια και το λευκό κορμί…καπνίζει μαριχουάνα μήπως ξεχάσει τον άλλον εραστή που του έδωσε τα πάντα, τώρα έχει φύγει, όλα έχουν πια τελειώσει και γυρνάει στην παλιά του τη ζωή, νοιώθει πως έκανε κακό άσχετο αν έδωσε ελπίδα και αγάπη σε έναν άλλο τυφλό, του έδειξε την αληθινή ζωή, και το χαμένο διαμάντι, κάπου αλλού σε κάποια άλλη παραλία ο άλλος κείτεται και περιμένει το κύμα να τον πάρει μαζί και με τις θύμησες που πήρε από τον πλανήτη Άρη, τον κόκκινο πλανήτη, του έρωτα, όχι της Αφροδίτης που η μοίρα έδειξε το δικό της σπίτι…
Καληνύχτα γαλανά μάτια όπου και να είστε…το κορμί απαλό και γλυκό ας κοιμηθεί αλλού απόψε αλλά το δικό σου φιλί σε εμένα θα στέκει πάντα….

Advertisements