Μέσα από ένα βουνό από αποτσίγαρα και ενα δωμάτιο γεμάτο σαν τεκέ με καπνους ξεπηδούσαν οι ιδέες και οι σκέψεις πολλές.

Καθισμένος ατσούμπαλα πάνω στον απαίσιο καναπέ σκεφτόταν τη ζωή του.

Είχε νόημα; τα όνειρα που έκανε; είχε νόημα το οτι δεν ήξερε τι ήθελε;

όχι.

Σε αυτο το τεράστιο σύμπαν που ήταν σίγουρος οτι γειτόνευε και με άλλα σε παράλληλους χρόνους δεν έδινε κανένας σημασία.Το μόνο που έλλειπε για να συμπληρώσει την εικόνα ήταν ενα μπουκάλι ακριβό ποτό που μόνο εκείνος είχε το δικαίωμα να χαλαλίσει ή ένα μπουκάλι μπορντό, κατευθείαν από την Γαλλία.

Λίγο πιο πέρα κείτοταν άσπρη σκόνη που συμπλήρωνε την ουτοπική γη του σπιτιού του. Κάτι τον έτσουζε στα μάτια ή μήπως όχι; εκείνος έκλαιγε με σιωπηλά αναφιλητά καθώς έβλεπε το a lot like love, σκεφτόταν πως ποτέ δεν είχε αγαπήσει.

Μια σειρά βαρετών συμβάντων,μια ανούσια ζωη στο πέρασμά του, καυτές νύχτες με αλλοπαρμένες μεγαλύτερες, καυτές αλλά χωρίς μυαλά που αποζητούσαν να δοκιμάσουν καρπούς αγοριών, άλλοτε πάλι με μικρότερες που φοβόταν να τις αγγίξει μην στείλουν μηνύσεις αύριο.

Τα βράδυα του ήταν ανιαρά, όχι όπως θα ταίριαζε σε εναν πλούσιο νεαρό ζεν πρεμιέ. Είχε αγοράσει κάμποσες κιθάρες και ταλαιπωρούσε άσκοπα τους καθηγητές για να του διδάξουν, είχε ταλέντο αλλά πέρα από αυτό τι; Μόλις κάποια του ανέτρεψε κάθε θεωρία για την μουσική του αν και ανέβασε τη φωνή του.

Εκείνος ήθελε να πετάξει; να προσγειωθεί σαν ροκ σταρ; όλοι αυτό δεν θέλουν πλέον; μοιάζει το πιο εύκολο. Τον πήρε ο ύπνος στον άτακτο καναπέ. Δεν ειχε τι άλλο να σκεφτεί. Είχε προσπαθήσει μέχρι τώρα.

Γιατι σαν τους πολλούς; γιατι μέσα εκεί; θυμάται πριν από χρόνια τον παππού του να σιγοκλαίει στην πολυθρόνα του για τον γιο του, εκείνος μπλεγμένος στα πλοκάμια της ζωγραφικής και της ποίησης, για μια λέξη αναγνώρισης. Χαχα γελάει δυνατα τώρα και τα κόκκαλα του παππού τρίζουν.

Γελάει με τον εαυτό του που πίστευε σε αυτή τη λέξη έστω και για ένα τέταρτο του δευτερολέπτου, οι περισσότεροι πεθαίνουν και μετα αναγνωρίζονται…μοιραίως θα πεθάνεις για να αναγνωριστείς, μια άλογη λογική του μυαλού του παραφράζει την φράση.

Όχι πλέον, είχε αλλάξει γνώμη, δεν ήθελε να βρίσκεται ανάμεσα στα σκουπίδια το δικό του διαμάντι που χρόνια με τα χρόνια θα γινόταν άνθρακας μαζί με τους πολλούς. Τα χρήματα δεν τον ενδιέφεραν, είχε ό,τι ήθελε για να ζήσει αξιοπρεπώς. Έτσι απελευθερώθηκε μέσα του. Όχι πια καλλιτεχνίες, θα έφτιαχνε φωνή, κίνηση και κιθάρα αλλά θα προσπαθούσε να βρει αλλού το νόημα της ζωής που σίγουρα κάποιοι πιστεύουν ότι βρίσκεται στα φλας και στα χρωματιστά φώτα.Θα αφηνε την δημιουργία αλλού, μόνο θα αναπαράγαγε ό,τι του άρεσε. Έτσι ξαλαφρωμένος το άλλο πρωί σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στην τουαλέτα για να πλύνει το πρόσωπο του και το σώμα του.

Μια νέα μέρα ήταν στο κατώφλι και σίγουρα οι αχτίδες του ήλιου τον άγγιζαν.

 

Advertisements