Ήταν ένας άνθρωπος κάπου στην Αραβία, ανάμεσα στα χιλιάδες βουναλάκια άμμου και περπατούσε αμέριμνος ενώ τα μαντίλια που τον προστάτευαν γύρω του ανέμιζαν στον δικό τους ρυθμό, ήταν μελαψός και είχε μέρες να πλυθεί, ταξίδευε μέρες και νύχτες εκπληρώνοντας ένα σκοπό, να βρει τον πατέρα του και να τον προσκυνήσει, ο πατέρας του ήταν ένας φτωχός υπαλληλάκος που φρόντιζε τις σωλήνες του μαύρου χρυσού να μένουν ανέπαφες από καραβάνια και πειρατές της ερήμου. Εκείνος είχε φύγει στην Ευρώπη για σπουδές, δυσκολεύτηκε λίγο αλλά τα κατάφερε, έγινε γιατρός στην Γαλλία. Τώρα πήρε την μοναδική άδεια που είχε να πάρει τόσο καιρό, για να εκπληρώσει τον σκοπό του. Ήταν λιτός. Στον δρόμο του όμως γνώρισε έναν άπληστο νεαρό που ήθελε να φτάσει ψηλά. Ζούσε σε ένα φτωχό χωριό και αποφάσισε να φύγει με τον νέο φίλο του. Στην κοντινότερη πόλη που θα έφτανε θα τον παρατούσε για να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα…που δεν ήξερε ποιο ήταν! Ένα βράδυ περιπλανιόταν μόνος στους δρόμους της μεγάλης πόλης και σκόνταψε σε ένα μαγαζάκι με σπόρους στην κεντρική οδό, μέσα ήταν ένας γεράκος μαυροντυμένος. Είπε λοιπόν στο μικρό αγόρι «πλησίασε, έλα κοντά μου. Έχω να σου δώσω κάτι που θα σε βοηθήσει να μάθεις τον εαυτό σου.». Ο μικρός πλησίασε και άπλωσε ανυποψίαστος το χέρι του, ο γεράκος του έδωσε έναν σπόρο «Αυτό τον σπόρο που σου δίνω τώρα να τον προσέχεις σαν τα μάτια σου, θα σε οδηγήσει στο όνειρο σου, φύτεψε τον στα μέρη που θα πηγαίνεις, θα αποτελεί κριτής και φίλος σου…» και ύστερα όλα ως δια μαγείας εξαφανίστηκαν πριν ο νεαρός καταφέρει να πει λέξη. Ο νεαρός στην αρχή ήθελε να πάει στο μπόλιγουντ, φύτεψε σε μια γλάστρα το σπόρο και τον φρόντιζε κάθε μέρα, το φυτό μεγάλωσε πολύ γρήγορα όπως το ‘εγώ’ του αγοριού, έγινε πολύ άσχημο όπως και αυτά που ζητούσε από τους ανθρώπους και στο τέλος έπνιξε με τα κλαδιά του μια νύχτα με φεγγάρι το σπίτι του αγοριού. Τρομαγμένος εκείνος φώναξε, «εντάξει φεύγουμε, δεν ανήκω εδώ και δεν είμαι εγώ αυτός που αντικρίζω στον καθρέφτη…» αμέσως λοιπόν το φυτό έγινε ξανά ο κόκκος που ήταν στην αρχή. Τον μάζεψε το αγόρι κι έφυγαν. Αυτή τη στιγμή κατευθύνθηκαν προς τους Αγίους Τόπους, έγινε μοναχός και αφιερώθηκε στον Θεό, στους Θεούς που εκείνος πίστευε, έβαλε τον σπόρο στο περιβόλι της μονής και περίμενε ανάμεσα σε νηστεία και προσευχές το φυτό να μεγαλώσει, το φυτό δεν μεγάλωνε γρήγορα, είχε λουφάξει και ήταν το πιο άσχημο φυτό σε ολόκληρη την χώρα, ένα πρωί πήρε φωτιά και έκαιγε για μέρες, τότε θεωρήθηκε σημάδι αλλά πριν μαθευτεί έγινε σπόρος και ξανακρύφτικε στην τσέπη του νέου που ετοιμαζόταν να φύγει ξανά για νέα μέρη, επόμενος σταθμός του νέου η Πόλη. Εκεί έγινε στρατιώτης για ελάχιστο μικρό διάστημα καθώς το φυτό δεν έλεγε να ευδοκιμήσει. Επόμενος σταθμός η πόλη της φιλοσοφίας και αργότερα της τέχνης και αργότερα του φωτός και γύρισε τον κόσμο όλο…Ο σπόρος όμως πουθενά δεν στάθηκε, δεν μεγάλωσε δεν έγινε κάτι όμορφο. Απογοητευμένος ο νέος άρχισε το ταξίδι της επιστροφής και στην Αίγυπτο την ώρα που περπατούσε μία όμορφη νεαρή γυναίκα έπεσαι με το αμάξι πάνω του, ο σπόρος κατρακύλισε στο χώμα και εκεί αμέσως φύτρωσε μια υπέροχη κλαίουσα μαζί με μια πηγή για να δροσίζετε με σκιά και με νερό κάθε διαβάτης. Αυτό έγινε γιατί επιτέλους ο νέος κατάλαβε ότι τα χρήματα και η δόξα δεν είναι τίποτα μπροστά στο να βρεις την αγάπη και το άλλο σου μισό.

Advertisements