Το πρωί ξύπνησε δίπλα στο αγόρι του που ροχάλιζε, σκέφτηκε «Ακόμα να κάνει την εγχείρηση…» έξυσε λίγο το στέρνο του και σιωπηλά άνοιξε το παράθυρο. Χάζεψε για λίγο τη θέα, χασμουρήθηκε και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Ξυπόλητος περπάτησε στο ξύλινο πάτωμα, φτάνοντας στη τουαλέτα σκόνταψε πάνω στο φαγητό της γάτας του και έβρισε χαμηλόφωνα, σφύριξε λίγο αλλά η γαλή κοιμόταν του καλού καιρού… κούνησε λίγο τα αυτιά της σε δείγμα πώς τον πήρε χαμπάρι… συνέχισε για την τουαλέτα… άνοιξε τέρμα το νερό, μπήκε από κάτω… ήταν κρύο αλλά σιγά σιγά ζέσταινε… άνοιξε το στώμα του και ορμητικά χώθηκε το νερό μέσα του, κατάπιε… ήξερε πώς δεν έκανε καλό, πώς αυτό το νερό ήταν από προχθές που είχε ανάψει τον θερμοσίφωνα, δεν τον ενδιέφερε… ανακουφίστηκε ενώ έτριβε τον εαυτό του με το σφουγγάρι και αναδυόταν άρωμα λεβάντας από το αφρόλουτρο… πλησίασε η γάτα διστακτικά και ηπιε από το νερό της ντουζιέρας της φώναξε ενώ της έριχνε νερό με τα πόδια… ξύπνησε ο γκόμενος του… του είπε καλημέρα… προσπαθώντας να γλυκάνει τη φωνή του… πλήρη αποτυχία… συνέχισε να πλατσουρίζει… μετά από κανένα 5 λεπτό άπλωνε τη πετσέτα πάνω του ενώ αδιαφορούσε για τα νερά που άφηναν τα πέλματα του στο πάτωμα… μύριζε φρέσκος καφές από τη κουζίνα… χώθηκε ανάμεσα στη ντουλάπα και έφτασε με ένα βήμα… φίλησε το αγόρι του και χάιδεψε τα μαλλιά του… κουβέντιασαν για λίγο… για τον καιρό… για το σε πόση ώρα πρέπει να πάει στη δουλειά… έτριψε το πόδι του με το πόδι του και τον κλώτσησε για πλάκα από εκνευρισμό… ντύθηκε… έριξε νερό στον καφέ και τον έβαλε στη μαρμάρινη γούρνα… αγκαλιάστηκαν ενώ του έβαζε το κασκέτο και φιλήθηκαν τρυφερά… άνοιξε τη πόρτα και το κρύο φώλιασε βαθιά μέσα στο σπίτι… τον χαιρέτησε ενώ εκείνος έβαζε τα χέρια του ανάμεσα στα πόδια του φορώντας ένα μπλε πουκάμισο και καρό κάλτσες… ήταν το αγόρι που δεν τον ενδιέφεραν να ταιριάζει τα πάντα… τον ένοιαζε όμως να ταιριάζει εκείνος μαζί του… σταμάτησε στα γωνιακά σταρμπακς… ενώ ψιχάλιζε …πήρε καφέ για τη δουλειά χωρίς πολύ σκέψη… είχε ξεχάσει πώς μόλις είχε πιει… ενώ περπατούσε τα ακουστικά δονούνταν από την ένταση της πιο καινούριας τζας συμμορίας… και σιγοτραγουδούσε τους στοίχους… συνάντησε μια φίλη του… τον χτύπησε στο ποπό τρυφερά… »τι έκανες χθες βράδυ πονηρό αγόρι;» γέλασε δυνατά ενώ τα βλέμματα τους συναντήθηκαν …δεν υπήρχε ανάγκη για παραπάνω λόγια… του τράβηξε το καπέλο και την κυνήγησε μέχρι το γραφείο ενώ του φώναζε «ο βλάκας ερωτεύτηκε» πολλές φορές… σκόνταψε σε ένα κλαδί και λούστηκε με νερό και πευκοβελόνες… η φίλη του τον καθάρισε όπως όπως… »άντε ας σοβαρευτούμε έχουμε τον ηλίθιο να μας περιμένει» τραβήχτηκαν στην άκρη του πάρκου κάτω από το υπόστεγο και περπάτησαν νευρικά και γρήγορα προς το κtίrιο με τα γυάλινα τζάμια στο τέλος της στροφής, μπήκαν μέσα… ακούστηκαν διάσπαρτες καλημέρες και χτυπήματα στη πλάτη, ξανά… στην αναπαυτική καρέκλα, στον υπολογιστή… στην ατομική του «κάψουλα» ο καθένας… άφησε τον καφέ… είχε αφήσει ένα πακέτο από χθες το βράδυ… το έκλεισε έστειλε… πήγε στο επόμενο… είχε ξεχάσει πώς έπεσε μια πευκοβελόνα… τη βρήκα εγώ. Amazon.com
Archive for Δεκεμβρίου, 2010

Όταν ξεκίνησα αυτό το μπλογκ ήμουν κάπου στα 19,μόλις είχαμε φρεσκοδιαλύσει με μια παρέα το ομαδικό μας, θυμάμαι πως κάποιος μας είχε χαρακτηρήσει πυροτέχνημα στην τότε φρέσκια ακόμα μπλογκόσφαιρα. Επειδή τρογόμασταν με τα ρούχα μας χωρίσαμε, δεν ξέρω αν κάποιοι γράφουν ακόμα είναι σίγουρα όμως κοντά μου στη πόλη αυτό, εννοώ αν τους ψάξω θα τους βρω. Ανηκουμε σε ομάδες, μας αρέσει να το κάνουμε αυτό,μέσα από εκείνες βρίσκουμε τον εαυτό μας. Αλλά εδώ δεν ήρθα για να γράψω αυτό ούτε να αναπολήσω το παρελθόν που ας είμαστε ειλικρηνής η ελευθερία είναι ακόμα το υπέρτατο αγαθό. Πάντα οι σκέψεις μου ήταν εικόνες, για αυτό γράφω πεζά κείμενα, όχι ποίηση, ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω τη ποιηση την οπτικοποιούσα σαν μια μεγενθυμένη λέξη από αφρολέξ σε ένα σκοτείνό δωμάτιο να φωτίζεται αχνά από ομίχλη και να μου λεει…»τι θα γίνει; θα κάνουμε τίποτα σήμερα;», ακόμα διαβάζω τις λέξεις πίσω από τη ποιήση, τον καυλωμένο ποιητή, τη μόναχική γυναίκα, τον λάτρη του ωραίου, εκείνον που περιγράφει…ποτέ όμως ανάμεσα τους δεν βρήκα εμένα, γιατί εγω αν σκεφτώ κάτι δεν θα το γράψω, θα το κάνω. Για αυτό αποφάσησα πώς οι εικόνες είναι πιο δυνατές, πώς τα χρώματα τους με ζωντανεύουν πώς στα όνειρα μου μπορώ να ζω για πάντα αν ζουν οι εικόνες μου. Για αυτό αποφάσησα να γίνω ηθοποιός και να λέω τις ιστορίες μου και τις σκέψεις μου σαν παραμύθια και εσύ να τα ακούς και να με βοηθάς ή να μου δίνει εντολές και να με βοηθάς. Φωτογραφία, Ζωγραφική, Βιντεο, Κινηματογράφος, Πεζογραφία. Εικόνα. Φωνή. Στιγμές. Λέξεις. Τελευταίες για αυτό έχω πάψει να γράφω. Γιατί είμαι ερωτευμένος με αυτό, γιατί χαζεύω διάφορα αντί να γράφω, δεν παύω να σκέφτομαι εικόνες όμως. Κάπου σε όλο αυτό υπάρχει ένα παιδί, ένα παιδί διαφορετικό από τα άλλα που έστεκε δίπλα μου αμίλητο για λεπτά ολόκληρα και τον θέλω κοντά μου για όσο μπορέσει να μείνει. Πώς γίνετε ένας άνθρωπος να αγαπάει τόσο τις σιωπές και τα αγγίγματα και τα φίλιά; Μην μου μιλάς απλά αγκάλιασε με. Αυτό σου ζητώ. Αυτό ζητάμε όλοι αλλά δεν ξέρουμε πώς να το πούμε. Πηδιόμαστε αλόγιστα δεξιά και αριστερά γιατί δεν ξέρουμε πώς είναι να αγαπάμε. Δεν φλερτάρουμε γιατί φοβόμαστε μην χαλάσουμε την εικόνα μας. Χανεσαι μου λεει ένας φίλος, χάνεσαι δεξιά και αριστερά, οι μεγάλοι δεν πάνε σε αυτά τα μέρη, δεν σκορπίζουν στον αέρα, ναι…αλλά κοίτα γύρω σου, ακου γύρω σου όλα είναι σκορπισμένα, μουσικές που είναι ασύνδετες, ζωγραφικές που είναι απλουστευμένες, αφαιρέσεις χωρίς προσθέσεις , να αναρωτηθείς, να μπερδευτείς, να τα μπλέξεις. Εμένα μου αρέσει όλο αυτό. Ο άνθρωπος μεγάλωσε, αυτή θα είναι η αλλαγή, ήμασταν η συγκρότηση, περάσαμε τόσα ρεύματα, ήρθε η ώρα να κοιταχτούμε μεταξύ μας και να εμπνευστούμε ο ένας από τον άλλον γιατί αυτό μας έμεινε τελικά. Η ανάγκη της εμπνευσης. Για αυτό δίνουμε αυτούσια τα κομμάτια. Μια μονοκόμματη εποχή για τους θεατές να δείξουν και να δημιουργήσουν για να μπουν εκείνοι μέσα. Όχι οι δημιουργοί. Αυτοί απλά ντύνονται στα άσπρα και χάνονται.

